Φόβοι για σύγκρουση διαρκείας και ακόμη μεγαλύτερες ελλείψεις στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα της ενέργειας

Οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ καταγράφουν νέα άνοδο, αγγίζοντας τα υψηλότερα επίπεδα από την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της American Automobile Association (AAA), το μέσο κόστος διαμορφώθηκε στα 4,18 δολάρια ανά γαλόνι (3,785 λίτρα), επαναφέροντας μνήμες από την ενεργειακή αναταραχή που είχε προκαλέσει η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Η αύξηση είναι εντυπωσιακή αν συγκριθεί με την προπολεμική περίοδο. Πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών, η τιμή της βενζίνης κυμαινόταν στα 2,98 δολάρια, κάτι που σημαίνει άνοδο της τάξης του 40%. Παρά τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης ότι πρόκειται για συγκυριακό φαινόμενο, η πίεση στους καταναλωτές γίνεται ολοένα πιο αισθητή.
Το Στενό του Χορμούζ
Καθοριστικό ρόλο στην εκτόξευση των τιμών παίζει το de facto κλείσιμο του Στενού του Χορμούζ. Από τη στιγμή που ξέσπασαν οι εχθροπραξίες, η διέλευση πλοίων έχει ουσιαστικά παγώσει, δημιουργώντας σοβαρές δυσλειτουργίες στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Αν και το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών των χωρών του Κόλπου κατευθύνεται προς την Ασία (κυρίως σε Κίνα και Ιαπωνία) οι επιπτώσεις είναι παγκόσμιες. Η μείωση της προσφοράς και η αβεβαιότητα οδηγούν σε γενικευμένες αυξήσεις τιμών, με τους καταναλωτές να υφίστανται άμεσα τις συνέπειες.
Φθηνότερα καύσιμα από την Ευρώπη, αλλά με πολιτικό κόστος
Σε σύγκριση με την Ευρώπη, οι τιμές στις ΗΠΑ παραμένουν χαμηλότερες. Αν μετατραπεί το κόστος σε ευρώ και λίτρα, η τιμή διαμορφώνεται περίπου στα 0,94 ευρώ ανά λίτρο, την ώρα που σε ευρωπαϊκές χώρες όπως η Ελλάδα και η Γερμανία, ξεπερνά ακόμη και τα 2 ευρώ.
Η διαφορά αυτή εξηγείται από τη χαμηλότερη φορολογία και την ισχυρή εγχώρια παραγωγή στις ΗΠΑ. Ωστόσο, για την αμερικανική κοινωνία, που έχει συνηθίσει σε φθηνά καύσιμα, η αύξηση προκαλεί έντονη δυσαρέσκεια και μετατρέπεται σε πολιτικό ζήτημα πρώτης γραμμής.
Προεκλογική πίεση για τον Τραμπ
Η συγκυρία δεν θα μπορούσε να είναι πιο δύσκολη για τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος είχε δεσμευτεί προεκλογικά για δραστική μείωση των τιμών καυσίμων ακόμη και στο μισό. Σήμερα, με τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν σε περίπου έξι μήνες, η υπόσχεση αυτή μοιάζει μακρινή.
Η κυβέρνηση επιμένει ότι η άνοδος είναι προσωρινή. Ωστόσο, η ομοσπονδιακή υπηρεσία ενημέρωσης για την ενέργεια προειδοποιεί πως θα χρειαστούν μήνες για να επανέλθουν οι ροές καυσίμων και οι τιμές σε κανονικά επίπεδα, ακόμη κι αν αποκατασταθεί η ναυσιπλοΐα στο Στενό.
Παρά την εύθραυστη κατάπαυση του πυρός που εφαρμόζεται τις τελευταίες εβδομάδες, η ουσία της σύγκρουσης παραμένει άλυτη. Το Στενό του Χορμούζ εξακολουθεί να βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Τεχεράνης, ενώ οι ΗΠΑ διατηρούν τον αποκλεισμό ιρανικών λιμανιών. Οι διαπραγματεύσεις κινούνται με αργά βήματα, χωρίς σαφή προοπτική συμφωνίας.
Εκπρόσωποι της ιρανικής πλευράς διαμηνύουν ότι «ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει», υπογραμμίζοντας το βάθος της δυσπιστίας που επικρατεί.
Η πρόταση της Τεχεράνης
Στο τραπέζι των συζητήσεων βρέθηκε πρόσφατα πρόταση της Τεχεράνης για άνοιγμα του Στενού, τερματισμό των εχθροπραξιών και μεταγενέστερη διαπραγμάτευση για το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας. Ωστόσο, στην Ουάσιγκτον η πρόταση αντιμετωπίζεται με έντονο σκεπτικισμό.
Αμερικανοί αξιωματούχοι αφήνουν να εννοηθεί ότι δύσκολα θα γίνει αποδεκτή, ενώ η ιρανική πλευρά κατηγορεί τις ΗΠΑ για «παράλογες απαιτήσεις» και αμφισβητεί το δικαίωμά τους να επιβάλλουν όρους σε κυρίαρχα κράτη.
Παράλληλα, η Τεχεράνη προωθεί σχέδιο νόμου που θα αναθέτει τον έλεγχο του Στενού στις ένοπλες δυνάμεις, με δυνατότητα επιβολής περιορισμών σε πλοία (ιδίως ισραηλινών συμφερόντων) και είσπραξης τελών διέλευσης.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η ιρανική στρατηγική βασίζεται στην αύξηση των τιμών του πετρελαίου και στη δημιουργία φόβου για ελλείψεις, ώστε να πιεστεί η Ουάσιγκτον σε συμβιβασμό. Από την άλλη πλευρά, η αμερικανική διοίκηση ποντάρει στον οικονομικό αποκλεισμό για να αναγκάσει την Τεχεράνη να υποχωρήσει.
Το αποτέλεσμα είναι μια σύγκρουση φθοράς, με την παγκόσμια αγορά να πληρώνει το τίμημα. Η τιμή του πετρελαίου Μπρεντ έχει ήδη ξεπεράσει τα 111 δολάρια το βαρέλι, επιβεβαιώνοντας το εύρος της κρίσης.
Φόβοι για παρατεταμένη σύγκρουση
Το ενδεχόμενο μιας διαρκούς σύγκρουσης στον Κόλπο αρχίζει να συζητείται ανοιχτά. Περιφερειακοί οργανισμοί και χώρες προειδοποιούν ότι μια μακροχρόνια κατάσταση έντασης θα μπορούσε να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία και ασφάλεια.
Την ίδια ώρα, ο ανθρώπινος απολογισμός της σύγκρουσης παραμένει βαρύς. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους, με τραγικά περιστατικά όπως ο βομβαρδισμός σχολείου στο νότιο Ιράν, να αναδεικνύουν το κόστος του πολέμου πέρα από τα γεωπολιτικά παιχνίδια.
Στον Λίβανο, όπου το Ισραήλ συνεχίζει επιχειρήσεις κατά της Χεζμπολάχ, οι επιθέσεις και οι απώλειες συνεχίζονται, παρά την τυπική κατάπαυση του πυρός, επιβεβαιώνοντας ότι η ένταση δεν περιορίζεται σε ένα μόνο μέτωπο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου