Η Αναφορά του Γερμανορωσικού Εμπορικού Επιμελητηριού ,που αναφέρει ότι τα κέρδη της Μόσχας ξεπερνενούν τα 10 δις. ευρώ τον μήνα από τις εξαγωγές πετρελαίου, φυσικού αερίου και λιπασμάτων

Σε κάθε πολεμική σύρραξη, υπάρχουν εκείνοι που χάνουν τα πάντα και εκείνοι που κερδίζουν, χωρίς να είναι άμεσα ή έμμεσα εμπλεκόμενοι στις μάχες. Η Ρωσία φαίνεται να ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, αποκομίζοντας τεράστια οικονομικά οφέλη από τις παγκόσμιες αναταράξεις στην ενέργεια και τα εμπορεύματα.
Το Γερμανορωσικό Εμπορικό Επιμελητήριο ανακοίνωσε σήμερα ότι οι ρωσικές εξαγωγές πετρελαίου, φυσικού αερίου και λιπασμάτων αποφέρουν στη χώρα περισσότερα από 10 δισεκατομμύρια ευρώ (11,54 δισεκατομμύρια δολάρια) κάθε μήνα. «Η Ρωσία είναι ο μεγάλος κερδισμένος από τη νέα σύγκρουση στη Μέση Ανατολή», δήλωσε ο Ματίας Σεπ, πρόεδρος του Επιμελητηρίου, μιλώντας στο Γερμανικό Πρακτορείο.
Η αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων παγκοσμίως, σε συνδυασμό με την εκμετάλλευση εναλλακτικών οδών εξαγωγών, δημιουργεί για τη Μόσχα μια οικονομική «ευκαιρία ιστορικής κλίμακας», όπως σημείωσε ο Σεπ. Με το πετρέλαιο να κοστίζει γύρω στα 100 δολάρια το βαρέλι, η Ρωσία αναμένει πρόσθετα έσοδα ύψους 71,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως σε σχέση με τον προϋπολογισμό της.
Η τιμή του αργού Brent για παράδοση τον Ιούνιο ξεπέρασε πρόσφατα τα 111 δολάρια το βαρέλι, σχεδόν 40 δολάρια πάνω από τα επίπεδα πριν από την έναρξη της σύγκρουσης. Ο ρωσικός προϋπολογισμός βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις πωλήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ η προβλεπόμενη τιμή στον τρέχοντα προϋπολογισμό ήταν 59 δολάρια το βαρέλι. Πριν από την κρίση στο Ιράν, η Ρωσία βίωνε έλλειμμα καθώς οι τιμές του πετρελαίου ήταν χαμηλότερες των προβλέψεων.
Σήμερα, με τις τρέχουσες τιμές, η Μόσχα μπορεί να υπολογίζει σε επιπλέον έσοδα περίπου 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως μόνο από πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Τα έσοδα αυτά χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση του πολέμου της Ουκρανίας, ενώ ορισμένοι στη Ρωσία ελπίζουν σε τιμή 200 δολαρίων το βαρέλι, η οποία θα απέφερε 350,4 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή 247 δισεκατομμύρια περισσότερα από όσα προβλέπει ο προϋπολογισμός.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου